20/12/12

Η ρίζα






Παιδιά, χορέψτε την Ιτιά με την καρδιά καμένη






Χορέψτε τη να θυμηθείτε τότε που τη χόρευε πρώτος ο παππούς στις αργίες. Εκείνα τα πρωινά με σχολείο και εκείνα τα Χριστούγεννα χωρίς. Τα μεσημέρια με το τρέξιμο στο διάδρομο και από πίσω τη μαμα με το χυμό πορτοκάλι. Και εκείνα τα απογεύματα που νύχτωνε νωρίς μα δεν σήμαινε τίποτα, παρά μόνο πως μια μέρα πλησίαζε στο τέλος της. Και τα βράδια. Τα ήσυχα βράδια.

Ζεστά νερά, σαπούνι πράσινο και το ματάκι μες στο δάκρυ

Κι αν πέρασαν τα χρόνια η μαμά δεν άφησε στιγμή ούτε τα πορτοκάλια, ούτε το θερμοσίφωνα αναμμένο. Τα πρωινά όμως απέκτησαν κοπάνες και ένα καφέ-καταφύγιο. Τα μεσημέρια γέμισαν μουσικές από ένα ραδιόφωνο που έφερνε νέα από αλλού. Και τα απογεύματα έφεραν τις πρώτες σκέψεις πως εδώ που τώρα νυχτώνει, σε αυτό το αλλού χαράζει. Και τα βράδια. Τα πρώτα ξενύχτια της επανάστασης.

Τα παιδιά στην κερκίδα είναι η μόνη σου ελπίδα

Και το ταξίδι είχε ξεκινήσει με έναν ουρανό καινούριο και μεγαλύτερο. Η μικρή πόλη δεν σήκωνε τους ανοιχτούς ορίζοντες. Τα πρωινά έγιναν μεσημέρια, τα μεσημέρια βόλτες με soundtrack στα ακουστικά και τα απογεύματα σημαντικοί άνθρωποι που φτιάχναν μια νέα οικογένεια. Και τα βράδια. Τα βράδια γέμισαν σινεμά, μουσικές, έρωτα, κουβέντες, προοπτικές.

Μα μέχρι να καταλάβω ότι η ελευθερία έρχεται από μέσα, σπάθιζα έξω

Σπάθιζα τα χρόνια που ακολούθησαν και την ώρα που έμοιαζε να μην αρκεί για τους νόμους της ενήλικης ζωής. Και κάπου εκεί η μέρα έγινε ενιαία. Πρωί, μεσημέρι, απόγευμα δεν έχει σημασία. Μόνο που καθώς νυχτώνει οι ώρες βαραίνουν. Τα πορτοκάλια γίνονται βιταμίνες και οι άνθρωποι δεν έχουν πρόσωπο, μόνο ομιλία. Και τα βράδια. Τα ανήσυχα βράδια.

Μα κάποια γεύση έχει χαθεί, κι ο άνθρωπος το ξέρει

Το ξέρει. Του το έκαναν και μόνος του το έκανε στον εαυτό του. Στον εαυτό του εκείνο τον πρώτο, που είχε φτιαχτεί εξαρχής σοφά και τα βήματά του είχαν νόημα προσωπικό. Είναι σαν τα καινούρια παπούτσια που αγόρασε. Δείχνουν πιο όμορφα ίσως. Τα παλιά όμως έχουν ζάρες από το δίπλωμα του ποδιού και δεν πληγώνουν το παρκέ στο πέρασμά τους. Το βλέπει, καθρεφτίζεται.

Φόρα τα ρούχα τα παλιά σου, γίνε ο εαυτός σου μια φορά



Φωτογραφία: www.deviantart.com
https://www.youtube.com/watch?v=3KIzLC3RCgU

13/9/12

Mer amère



Και περπατάς, κοιτάς, αλλά δεν βλέπεις.

Γιατί τα μαλλιά σου έχουν μείνει ακόμα στην αλμύρα και ψάχνεις πολύχρωμα φουλάρια και συναυλίες για να πιαστείς. Γιατί την ήθελες τη θάλασσα σε απόσταση τέτοια που να φτάνεται, ήθελες τους φίλους σε απόσταση τέτοια που να φτάνονται, ζούσες σε βιβλιοπωλεία το χειμώνα και σε δέντρα το καλοκαίρι και ο χρόνος κυλούσε. Με τον τρόπο του κάθε φορά, αλλά κυλούσε.

Jours de lenteur, jours de pluie,
Jours de miroirs brisés et d'aiguilles perdues,
Jours de paupières closes à l'horizon des mers,
D'heures toutes semblables, jours de captivité


Και περπατάς, κοιτάς.

Είσαι σε ταινία. Σε μια υπαίθρια αγορά γεμάτη λουλούδια και γλυκά και οι εποχές αλλάζουν όπως στη σκηνή με τον Hugh Grant, ξέρεις, που ακούγεται το τραγούδι και από τη ζέστη στο κρύο και πάλι στη ζέστη και οι μέρες κυλάνε. Με τον τρόπο τους κάθε φορά, αλλά κυλάνε. Και μετά εκεί πιο δίπλα, στα κάστρα. Όλη η περηφάνια και όλη η προκατάληψη της Jane Austen απλώνονται μπροστά σου, με πρίγκιπες, κυρίες μορφωμένες, αυλικούς, καλλιτέχνες και διανοούμενους, δεξιώσεις και χορούς. Και στο ποτάμι. Στο ποτάμι που η μουσική των Blackmore’s night έφυγε από τα παραμύθια και ήρθε στο τραπέζι σου, σε πήρε από το χέρι και με ένα “ enchanté ” σου έμαθε πως χορεύεται.

Pourtant j'ai vu les plus beaux yeux du monde,
Dieux d'argent qui tenaient des saphirs dans leurs mains,
De véritables dieux, des oiseaux dans la terre
Et dans l'eau, je les ai vus


Και περπατάς.

J’aimais hier et j’aime encore 

Le temps court dans mes veines.

Και κυλάνε.


http://www.youtube.com/watch?v=zkoxdd7oN-s 
Φωτογραφία: Μπίρι
Κείμενο: Paul Eluard

27/6/12

Η αναμονή





Τα ακαλαίσθητα σίδερα που προεξέχουν από την κορυφή και τις πλευρές οικοδομών, στον κόσμο αλλά και τους μηχανικούς είναι γνωστά ως οι περίφημες "αναμονές".





Η γιαγιά περίμενε μέχρι τα 17 της, να γνωρίσει τον παππού. Μετά περίμενε να γυρίσει ο παππούς από το στρατό και να πιάσει δουλειά, περίμενε την πρώτη κόρη, τη δεύτερη, το σχολείο τους, τους έρωτές τους, τα δικά τους 17. Και όσο περίμενε όλα αυτά, η γιαγιά μαγείρευε, έπλενε την αυλή, φρόντιζε τα λουλούδια, έραβε παιδικά φορέματα στη μοδίστρα, πήγαινε σε γυμναστικές επιδείξεις τα καλοκαίρια και για μπάνιο στη θάλασσα, εκδρομές αυθημερόν.

Στις "αναμονές" συμπυκνώνεται, με τρόπο εντυπωσιακό, η οικιστική μας πραγματικότητα. Το γεγονός ότι οι Ελληνες επέτυχαν να έχουν το υψηλότερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ευρώπη είναι ασφαλώς αξιοσημείωτο. Ελάχιστα όμως μπορούν να υπερηφανεύονται για την τήρηση των πολεοδομικών κανόνων, την αισθητική ή τον σεβασμό του περιβάλλοντος.

Η γιαγιά μετά περίμενε τα πανεπιστήμιά τους, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, στους σταθμούς των τρένων, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, τους γάμους τους, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, τα εγγόνια, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, τα 50 της. Και όσο περίμενε όλα αυτά, η γιαγιά μαγείρευε, έπλενε την αυλή, φρόντιζε τα λουλούδια, έπαιρνε αγχωμένα τηλέφωνα στην Αθήνα, έκανε δουλειές στο σπίτι, να μην νιώθει μοναξιά.

Τα ακαλαίσθητα σίδερα, που λογχίζουν ένα ουρανό φωτεινό και καθάριο, εκφράζουν φοβούμαι βαθύτερα την μοίρα του τόπου.

Η γιαγιά μετά περίμενε τα εγγόνια να μεγαλώσουν, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, τα ζευγάρια να προοδεύσουν, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, το σπιτάκι δίπλα στη θάλασσα για το καλοκαίρι, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, τα 60 της. Και όσο περίμενε όλα αυτά , η γιαγιά μαγείρευε, έπλενε την αυλή, φρόντιζε τα λουλούδια, αγόραζε ρούχα από τα καλύτερα παιδικά καταστήματα, πήγαινε σε γυμναστικές επιδείξεις τα καλοκαίρια και για μπάνιο στη θάλασσα, μέρες πολλές στο εξοχικό.

Οι "αναμονές" απετέλεσαν το σύμπτωμα μιας χρόνιας ελληνικής ασθένειας.

Η γιαγιά μετά περίμενε τα καινούρια πανεπιστήμιά τους, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, ξανά στους σταθμούς των τρένων, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, τα ζευγάρια να προοδεύσουν κι άλλο, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, την αντιπαροχή, τον παππού να γυρίσει από το γραφείο, τα 70 της. Και όσο περίμενε όλα αυτά, η γιαγιά μαγείρευε, έπλενε την αυλή, φρόντιζε τα λουλούδια, έπαιρνε αγχωμένα τηλέφωνα στην Αθήνα, έκανε σχέδια για το νέο σπίτι, να μην νιώθει μοναξιά.

Υπήρχαν όμως πάντα και οι άλλες, πολυκαιρισμένες Αναμονές. Δεν λογχίζουν αυτές τον ουρανό, αλλά την ψυχή και τα όνειρά μας.

Γιατί ο παππούς γύρισε από το γραφείο και γιατί από το σπίτι της γιαγιάς τώρα μπορείς να δεις μέχρι τον Πηνειό και το Θεσσαλικό κάμπο. 

Μα η γιαγιά είναι ήδη 75. Και θα περιμένει τώρα σε αεροδρόμια τα εγγόνια. Και δεν έχει αυλή για να πλένει, η βεράντα είναι μικρή.

Και κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί κάνει μια προσευχή και ελπίζει.

Το μέλλον δεν θα μοιάζει καθόλου με το παρελθόν. Θα έχει άλλους πρωταγωνιστές κι άλλη προϊστορία. Έχω την ελπίδα ότι αυτό το μέλλον θα μπορέσει να εκφράσει κάποιες από τις Αναμονές, που φωλιάζουν χρόνια τώρα στην ψυχή μου.



Λόγια: Γ. Γραμματικάκης
Ολόκληρο το κείμενο
Φωτογραφία: www.deviantart.com

1/5/12

Μάιος


 Les temps court dans mes veines



Φωτογραφία: Μπίρι

3/4/12

Ζωγράφου - Κηφισιά



Η πρώτη Κυριακή του Απρίλη και η γιαγιά με τον παππού περιμένουν στη στάση το αστικό.

Απ' την ώρα που σε βρήκα
μάνα και πατέρα μου

Ήλιος, ζέστη, κόσμος περνάει από τους φούρνους να φάει κάτι στα γρήγορα, περπατώντας, για να χαρεί τον ήλιο.

σαν παιδί στον κόσμο βγήκα
να χαρώ τη μέρα μου

Αυτοί άσπρα μαλλιά, άνετα ρούχα, χαμηλά παπούτσια. Μάλλον θα πάνε σε συγγενείς ή μια βόλτα εκεί κοντά. Τι άλλο να κάνουν; Παππούδες είναι.

Μπαίνουν στο λεωφορείο και βρίσκουν δυο άδειες θέσεις.

"Πως είπες θα πάμε;" ρώτησε η γιαγιά.

"Πρώτα μέχρι Σύνταγμα, μετά θα πάρουμε μετρό μέχρι Αττική και μετά το επίγειο τρένο..."

"Έχει ηλεκτρικό στην πλατεία Αττικής;" τον διέκοψε.

"Ναι, έχει, έχει επίγειο τρένο. Και μετά θα σταματήσουμε στην τελευταία στάση. Κηφισιά νομίζω." της απάντησε χαμογελαστά.

Η γιαγιά δεν μίλησε, ο παππούς αγχώθηκε.

Απ την ώρα που σε βρήκα
εαυτέ μου ευάλωτε

"Να με συγχωρείς, είναι μεγάλη διαδρομή, το ξέρω. Να φύγουμε λίγο από την Αθήνα θέλω, για 'σένα." της είπε.

στης ζωής την βάρκα μπήκα
όπως ήμουν κι άλλοτε

Του χαμογέλασε, του χαμογέλασα και εγώ και συνέχισαν να κοιτάνε έξω από το παράθυρο.


Φωτογραφία: Depuis qu' Otar est parti
http://www.youtube.com/watch?v=8BoYOaSV6Zc

20/3/12

Et j'entends dans la musique les rires


Je revois la ville en fête et en délire
Suffoquant sous le soleil et sous la joie




Φωτογραφία: Μπίρι

11/3/12

Η κυρία από το γυμναστήριο





Η κυρία από το γυμναστήριο ξυπνάει στις 6. Αφήνει τον άντρα της να κοιμάται, κλείνει την πόρτα να μην τον ξυπνήσει και κάνει δουλειές. Είναι σαν κάθε μέρα να τρίβει το σπίτι της λες και πρέπει να του αλλάξει δέρμα. Έχει πολλά δέρματα το ρημάδι και τρίβει, τρίβει με βία μήπως και κάποια μέρα δει τον Υμηττό και δίπλα το Σαρωνικό να απλώνονται μπροστά της. 




Στις 7 τον ξυπνάει να ετοιμαστούν και να φύγουν για τη δουλειά. Τον αγαπάει. Αυτή η μία ώρα λιγότερη στον ύπνο της, αυτό το 6 που γίνεται 7, είναι η αγάπη της γι' αυτόν. Και αυτό το μολύβι γύρω από τα μάτια και τα ρούχα που ετοίμασε με προσοχή από το βράδυ, για να της ταιριάζουν, είναι η αγάπη της γι' αυτόν. Και για τον τίτλο της κυρίας. 

Στις 3.30 είναι σπίτι. Θα μαγειρέψει, θα μιλήσει για τη δουλειά, θα μιλήσει με τα παιδιά στον υπολογιστή, θα τα ακούσει να κλαίνε, θα κλάψει στα κρυφά, θα σκεφτεί πως μεγαλώσανε, πως μεγάλωσε και αυτή, μεγάλωσε και η μέρα και πρέπει να πάνε βόλτα. Θα ξαπλώσει στον καναπέ και θα αποκοιμηθεί.

Ξυπνάει στις 4.30. Θα τον φιλήσει που πάλι τον πήρε ο ύπνος στην πολυθρόνα - σαν τον Παπαδιαμάντη είναι - θα σκεφτεί. Συμμαζεύει το μπαλκόνι, απλώνει τα ρούχα, φτιάχνει τα μαλλιά της πριν ξυπνήσει και τη δει με τα ρόλεϊ. Τα νύχια, μην ξεχάσει τα νύχια να τα βάψει ροζ, αυτό το απαλό το διακριτικό. Γι' αυτόν, γι' αυτήν και για τον τίτλο της κυρίας. 

Στις 6.30 θα πάει στο γυμναστήριο του δήμου. Βαράκια, στρωματάκια αφρολέξ και ένα και δύο και τρία, οι ασκήσεις γίνονται πιο εύκολα όταν δεν μετράει. Στην πρώτη άσκηση σκέφτεται την ώρα που έχει ακόμα μπροστά της και ιδρώνει, στη δεύτερη τα παιδιά, στην τρίτη τον άντρα της, στην τέταρτη τους παππούδες που γερνάνε, στην πέμπτη το φαγητό για αύριο. 

Είναι 7.25. Σε κάθε μάθημα στις 7.25 η μουσική αλλάζει και οι κυρίες ξαπλώνουν και κλείνουν τα μάτια μέχρι τις 7.30. Τα νύχια της είναι φυσικά, τα χείλια της κόκκινα, τα μαλλιά της νωπά βρέχουν το μαξιλάρι, το ρούχο της το έφτιαξε αυτή με κόμπους σε ένα πανί. Μεσημέρι και κερασιές. Παντού κερασιές. Τραβάει λίγο το φόρεμα και ακουμπάει το πόδι της στον δροσερό τοίχο. Δεσποινίς παρακαλώ.


Φωτογραφία: www.deviantart.com